διακονία

η (AM διακονία) [διάκονος]
1. εξυπηρέτηση, προσφορά υπηρεσίας
2. περίθαλψη, φροντίδα
3. φιλανθρωπικό ίδρυμα, άσυλο περίθαλψης
4. δοχείο ορισμένης ποσότητας τροφής
5. διακονιά, ζητιανιά
μσν.- νεοελλ.
1. το αξίωμα, το έργο και το λειτούργημα τού διακόνου
2. το έργο που ανατίθεται από ηγούμενο σε μοναχό
3. φρ. «ἡ ἐν Χριστῴ διακονία» — το σύνολο τών διακόνων
4. το κτήριο όπου μοιράζονται οι ελεημοσύνες στη Δυτική Εκκλησία
αρχ.
1. υπηρεσία
2. εκτέλεση καθήκοντος
3
δευτερεύον δημόσιο λειτούργημα
4. το σύνολο τών υπηρετών
5. οικιακά σκεύη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διακονία — η 1) служение дьякона; 2) служение Церкви, Αποστολική Διακονία της Ελλάδος Апостольское Служение Греции – благотворительная организация, одноименное издательство; 3) сан дьякона; 4) послушание (в монастыре); ΦΡ. η εν Χριστώ διακονία служение во… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διακονιά — η 1) милостыня; 2) порция пищи или вина (на Афоне) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διακονιά — η 1. ζητιανιά, επετεία 2. ελεημοσύνη που δίνεται σε ζητιάνο 3. εκλιπάρηοη που προσιδιάζει σε ζητιάνο 4. (στα μοναστήρια) α) δοχείο β) ορισμένη ποσότητα τροφής ή κρασιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. διακονία*. Η λ. διακονιά χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει… …   Dictionary of Greek

  • διακονία — διᾱκονίᾱ , διακονία service fem nom/voc/acc dual διᾱκονίᾱ , διακονία service fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακονίᾳ — διᾱκονίαι , διακονία service fem nom/voc pl διᾱκονίᾱͅ , διακονία service fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακονία — η 1. υπηρεσία που προσφέρεται με ανιδιοτέλεια, φιλανθρωπικά: Υπάρχουν υπηρεσίες του δήμου που προσφέρουν διακονία στους άστεγους. 2. (εκκλησ.), το αξίωμα και η υπηρεσία του διάκου, του διακόνου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακονιά — η η ζητιανιά, η επαιτεία: Πολλοί γέροντες αναγκάζονται σε διακονιά από τη φτώχεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακόνια — διακόνιον cake neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος — Συντονιστικό όργανο της ιεραποστολικής δραστηριότητας της Εκκλησίας. Διοικείται από επταμελές κεντρικό συμβούλιο, πρόεδρος του οποίου είναι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, και αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η Α.Δ. έχει ιδιόκτητο τυπογραφείο… …   Dictionary of Greek

  • διάκονος — Ο πρώτος και κατώτερος από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Τον τίτλο αυτόν απένεμε η αρχαία Εκκλησία σε όλους εκείνους, αποστόλους και πιστούς, που βοηθούσαν στις πιο ταπεινές υπηρεσίες, όπως η καθαριότητα και η φροντίδα των ιερών σκευών, γιατί …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.